Πέμπτη, 30 Αυγούστου 2012

Σακχαρώδης διαβήτης και ψυχολογικές διαταραχές


Οι ψυχολογικές διαταραχές που προκαλεί ο σακχαρώδης διαβήτης είναι ποικίλες, ανάλογα με την ηλικία του ατόμου και ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται τη στιγμή της διάγνωσής του. 
Το άτομο διανύει διαδοχικά κάποια στάδια, ανάλογα με την ψυχοσύνθεση του, για να φτάσει στην αποδοχή της ασθένειάς του. Το αρχικό στάδιο, με τη διάγνωση της νόσου, (κυρίως στους διαβητικούς με διαβήτη τύπου 2), συνοδεύεται από το φαινόμενο της άρνησης.  Η διαδικασία της συνειδητοποίησης της χρόνιας ασθένειας εμπνέει πολλές φορές θυμό και επιθετικότητα, καθώς το άτομο βιώνει την αδικία στην οποία βρίσκεται. Βλέποντας, όμως, ότι με το θυμό δεν καταφέρνει να εξαφανίσει την ασθένειά του, το άτομο προσπαθεί να μπει σε μια άλλη φάση αυτή της διαπραγμάτευσης. Μετέπειτα, στην πραγματικότητα της χρόνιας ασθένειας, πολλές φορές έρχεται η κατάθλιψη. Σε αυτό το δύσκολο στάδιο της κατάθλιψης, όπου επικρατεί η συνειδητοποίηση των απωλειών (π.χ. του ιδανικού εαυτού, της ελευθερίας) που του επιβάλλει ο καινούργιος τρόπος ζωής, το άτομο χρειάζεται την κατάλληλη στήριξη για να περάσει στην αποδοχή της ασθένειας του. Το στάδιο της αποδοχής είναι το σημαντικότερο, αφού εφευρίσκονται οι μηχανισμοί που οδηγούν στη διαλογή πραγμάτων που μπορούν να αλλάξουν, από αυτά που δεν επιδέχονται αλλαγή. 'Ετσι, αφομοιώνοντας τα καινούργια δεδομένα της ζωής, επανακαθορίζονται οι ανάγκες και οι στόχοι που θα φέρουν την προσδοκούμενη ισορροπία. 
Το άγχος και η κατάθλιψη αποτελούν διαταραχές με ευρύ φάσμα εκδηλώσεων σε ασθενείς με σακχαρώδη διαβήτη. Συχνά συνδέονται με την αδυναμία μεταβολικού ελέγχου, τις χρόνιες επιπλοκές του διαβήτη, τη μη ικανοποιητική αυτοδιαχείριση και την χαμηλή ικανοποίηση από τα αποτελέσματα της ακολουθούμενης αγωγής.  
Η εκδήλωση των διαταραχών της διάθεσης στους πάσχοντες από σακχαρώδη διαβήτη φαίνεται να σχετίζεται με το φύλο,  την οικογενειακή κατάσταση, το αυξημένο σωματικό βάρος, την καθημερινή άσκηση και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση. 
Οι απαιτήσεις που δημιουργούν οι διατροφικοί περιορισμοί, η τακτική φυσική δραστηριότητα και η γνώση των πιθανών μελλοντικών επιπλοκών, προκαλούν stress στους πάσχοντες και δυσκολίες προσαρμογής. Οι παράγοντες αυτοί μπορούν να εξηγήσουν την ψυχολογική προέλευση της κατάθλιψης στους διαβητικούς. Η υπόθεση αυτή υποστηρίζεται από ευρήματα που καταδεικνύουν ότι άντρες και γυναίκες με, από καιρό, διαγνωσμένο μη ινσουλινοεξαρτώμενο διαβήτη, εμφάνισαν πιο πολλά καταθλιπτικά συμπτώματα από τους άντρες και τις γυναίκες στους οποίους αυτός ο τύπος του διαβήτη, είχε μόλις διαγνωσθεί. Οι ερευνητές υποστήριξαν ότι τα σοβαρά συμπτώματα κατάθλιψης που παρουσίαζαν τα υποκείμενα με παλαιότερη διάγνωση σακχαρώδη διαβήτη, μπορεί να σχετίζονται τόσο με την επίγνωση της διαβητικής κατάστασης με την οποία ζουν, όσο και με την άσχημη, γενικότερα, κατάσταση της υγείας τους. (Palinkas κ.α, 1991)
Στα παιδιά, ο διαβήτης, έχει μεγάλο αντίκτυπο στην ζωή τους, κυρίως λόγω του ότι ένα μεγάλο μέρος του αυθορμητισμού της καθημερινότητας, χάνεται στη ρουτίνα των συγκεκριμένων γευμάτων και στις συνεχείς επισκέψεις στους γιατρούς και στις εξετάσεις αίματος – απαραίτητα για την διατήρηση των επιπέδων του σακχάρου στα επιθυμητά όρια.
Καθώς το παιδί μεγαλώνει και περνάει στην εφηβεία, οι ανάγκες του αλλάζουν καθώς επίσης και οι αντιλήψεις του γύρω από την ασθένεια. Είναι συχνό το φαινόμενο ο έφηβος με διαβήτη να παρουσιάζει κακή συμμόρφωση με τις ιατρικές οδηγίες, σχολική άρνηση ή και επικίνδυνες συμπεριφορές. 
Από την άλλη πλευρά, στους ηλικιωμένους, η σωματική νόσος συνήθως είναι χρόνια και πιθανόν να επιδεινώνεται με την πάροδο του χρόνου. Αυτό, σε συνδυασμό με τις άλλες απώλειες που έχουν άνθρωποι αυτής της ηλικίας, όπως απώλεια της κοινωνικής θέσης, εισοδήματος, πιθανός θάνατος φίλων, απώλεια ανεξαρτησίας λόγω της σωματικής νόσου, μπορεί να προκαλέσει την εξέλιξη της διαταραχής προσαρμογής, σε πραγματική καταθλιπτική νόσο. Ασθενείς με τέτοια μορφή δευτερογενούς κατάθλιψης συνήθως παρουσιάζουν περισσότερο άγχος, αίσθημα έλλειψης συμπαράστασης και απαισιοδοξία.

Σάββατο, 25 Αυγούστου 2012

Τραυματισμοί στο γόνατο και Yoga

 
 
Από τότε που η Yoga, ως τρόπος άσκησης, άρχισε να γίνεται όλο και πιο διαδεδομένη στις σύγχρονες κοινωνίες, παράλληλα αναπτύχθηκε μια έντονη αντίδραση από ένα τμήμα της ιατρικής κοινότητας ότι μπορεί να σχετίζεται με τραυματισμούς στο γόνατο.
Αν και για να υποστηριχθεί κάτι τέτοιο, χρειάζεται περισσότερη και αξιόπιστη έρευνα, φαίνεται ότι η μελέτη των Zhu JK και συν (2012) του Τμήματος Ορθοπεδικής του Lishui Central Hospital της Κίνας, δίνει ένα σαφή προσανατολισμό.
Μελετήθηκαν 819 γυναίκες ηλικίας 20-49 ετών, οι οποίες έκαναν γιόγκα ή άλλα δημοφιλή σπορ, όπως μπάντμιντον, τρέξιμο, αναρρίχηση κλπ για τουλάχιστον μία ώρα την ημέρα. Οι γυναίκες κλήθηκαν να συμπληρώσουν ένα ερωτηματολόγιο και υποβλήθηκαν κατόπιν σε φυσική εξέταση.
Μετέπειτα, έγινε Μαγνητική Τομογραφία (MRΙ) του γόνατος που θεωρήθηκε από την προηγούμενη διαδικασία, "ύποπτο" για τραυματισμό και έγινε η τελική διάγνωση.
Οι περιπτώσεις με ρήξεις μηνίσκου συνδυάστηκαν με την ηλικία και το δείκτη μάζας σώματος (BMI). Επιπλέον, τα 181 άτομα που έκαναν γιόγκα χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες, ανάλογα με τις ασκήσεις που έκαναν και τη διάρκεια του προγράμματος άσκησης  και συσχετίστηκαν πάλι με μεταβλητές της ηλικίας, το σκορ BMI και τη κλίμακα Lysholm για τραυμετισμόυς γόνατος (πόνος, κινητικότητα, λειτουργικότητα).
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η γιόγκα σχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο τραυματισμού του μηνίσκου σε σύγκριση με το μπάντμιντον, το τρέξιμο και την αναρρίχηση.
Οι τρεις υποομάδες γιόγκα, έδειξαν στατιστικά σημαντική διαφορά μεταξύ τους, από την άποψη της κλίμακας Lysholm  και του BMI. Τα άτομα με μακροπρόθεσμη άσκηση γιόγκα, είχαν μικρότερο βάρος, αλλά χαμηλότερες βαθμολογίες στην κλίμακα Lysholm (όχι καλή κλινική εικόνα, πχ. πόνος ή δυσκολίες σε κάποιες δραστηριότητες).
Συμπεράσματα: Η γιόγκα έχει ίσως σοβαρές επιπτώσεις στο μηνίσκο για τις γυναίκες που κάνουν γιόγκα (κινέζικος πληθυσμός), αλλά χρειάζεται περαιτέρω επαληθεύσεις. Επιπλέον, οι γυναίκες που κάνουν γιόγκα με μεγαλύτερη διάρκεια άσκησης, είναι πιο επιρρεπείς σε τραυματισμό μηνίσκου αν και έχουν καλύτερο σωματικό βάρος.